πάτριος

πάτριος, α, ον / πατρώος, ά, ον 1. отцовский, отеческий; 2. старинный, (старо)заветный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πάτριος" в других словарях:

  • πάτριος — of masc nom sg πάτριος of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάτριος — α, ο / πάτριος, ία, ον και πάτριος, ον, ΝΜΑ 1. αυτός που προέρχεται από τους πατέρες, από τους προγόνους, κληρονομικός, πατροπαράδοτος (α. «πάτριοι νόμοι» β. «πάτριοι θεοί») 2. αυτός που ανήκει στον πατέρα ή στους πατέρες, στους προγόνους… …   Dictionary of Greek

  • πατριός — και πατρυιός, ο / πατρυιός και πατρυός, ΝΜΑ ο σύζυγος τής μητέρας σε σχέση με τα παιδιά της από προηγούμενο γάμο, ο μητριός («πατρυιὸν και μητρυιὸν οἱ παλαιοί φασιν τὸν πατρῷον ἀρρενωνυμοῡντες τὴν μητρυιάν», Ευστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πατήρ, πατρός,… …   Dictionary of Greek

  • πάτριος — [патриос] εκ. отцовский, дедовский, родной, отечественный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πατριός — [патриос] ουσ. а. отчим …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πάτριος — α, ο προγονικός, πατροπαράδοτος, πατρικός: Πάτριο έδαφος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πατριός — ο ο θετός πατέρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πατρίως — πάτριος of adverbial πάτριος of masc acc pl (doric) πάτριος of adverbial πάτριος of masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάτριον — πάτριος of masc acc sg πάτριος of neut nom/voc/acc sg πάτριος of masc/fem acc sg πάτριος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατρίων — πάτριος of fem gen pl πάτριος of masc/neut gen pl πάτριος of masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πατρίοις — πάτριος of masc/neut dat pl πάτριος of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.